CHRETIENS D’ORIENT, 2000 ANS D’HISTOIRE: ΜΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ

0

Του Μάικλ Πέπαρντ (Michael Peppard)  English

Έμεινα πάνω από μια ώρα εκεί, σ’ αυτή την μικρή ροτόντα, περίπου έξι μέτρα από άκρη σ’ άκρη. Με περιέβαλαν προθήκες με χειρόγραφα στα Κοπτικά, τα Συριακά, τα Αραβικά και τα Αρμένικα. Ήμουν ο μόνος από τους επισκέπτες του μουσείου που έμεινε τόση ώρα σ’ αυτό το σημείο. Η υπόλοιπη έκθεση ήταν εξίσου αξιοπρόσεκτη, αλλά αυτό το δωμάτιο κατέλαβε τις αισθήσεις μου και με κρατούσε ακίνητο. Ήταν η μουσική που με μάγεψε. O Ακάθιστος Ύμνος, η αρχαία προσευχή για την ζωή της Παναγίας, ακουγόταν κατ’ επανάληψη στα Αρμενικά, τα Αραβικά, τα Ελληνικά, τα Συριακά και τα Κοπτικά. Χορωδίες από κάθε παράδοση έψαλλαν την δική τους εκδοχή, μια κοινή κληρονομιά που γεννήθηκε στην Συρία και από κει εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο και ενέπνευσε την Ορθόδοξη Χριστιανική λατρεία παγκοσμίως. Στον τοίχο κοντά στην είσοδο υπήρχαν πελώριες υψηλής ανάλυσης φωτογραφίες από τοιχογραφίες μεσαιωνικών εκκλησιών του Λίβανου. Αυτή η μουσειακή εγκατάσταση λεγόταν “Γλώσσες και Λειτουργία”, και για τις αισθήσεις ήταν αναμφισβήτητα μια λειτουργική εμπειρία. Μόνο το θυμίαμα έλειπε.

Χρειάστηκα όλη την ώρα, όχι μόνο για τα χειρόγραφα, αλλά και για την μνημειώδη εικόνα του Ακάθιστου Ύμνου. Η εικόνα αποδίδεται στον Γιούσεφ αλ-Μουσάουιρ από το Χαλέπι. Εικονογραφημένη μεταξύ 1650-67μχ, και μέρος της φημισμένης συλλογής του Ζορζ Αντάκη, οι εικονογραφημένες σκηνές απεικονίζουν τους είκοσι τέσσερις οίκους του ύμνου, και περιβάλλουν μια κεντρική εικόνα του Βασιλιά Δαυίδ. Οι περίγραφες στα πάνελ είναι στα Ελληνικά, ενώ ο Δαβίδ κρατάει ένα φυλακτήριο με ένα κείμενο στα Αραβικά. Αν και ο Ακάθιστος Ύμνος αποδίδεται στον Ρωμανό τον Μελωδό, η εικόνα απεικονίζει τον ψαλμωδό Δαυίδ ως εγγυητή της θεϊκής και αποκαλυπτικής εξουσίας της εικόνας σχετικά με την Παναγία. Και όπως η Θεοτόκος έχει κεντρική θέση στην Ορθόδοξη Χριστιανική προσευχή ανά τον κόσμο, έτσι έχει κεντρική θέση και σ’ αυτή την ροτόντα, σε ένα μικρό μουσείο της βόρειας Γαλλίας.

Λίγες αίθουσες παραπέρα βλέπουμε έναν άλλον, πολύ διαφορετικό σετ πινάκων που απεικονίζουν ένα νεαρό κορίτσι παγιδευμένο ανάμεσα σε δυο κόσμους. Στον τοίχο κρέμονται τα πρωτότυπα χειρόγραφα του πρόσφατου εικονογραφημένου μυθιστορήματος Coquelicots d’Irak, των Brigitte Findakly και Lewis Trondheim. Το αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο, μια εκπληκτική επιτυχία στη Γαλλία που μόλις δημοσιεύτηκε στα Αγγλικά ως «Παπαρούνες του Ιράκ», συνδυάζει οικογενειακές, πολιτισμικές, και θρησκευτικές βινιέτες από την παιδική ηλικία ενός Χριστιανού κοριτσιού στο Ιράκ με τις ενήλικες σκέψεις της σχετικά με την διπλή της ταυτότητά ως Ιρακινή Γαλλίδα. Η πρωταγωνίστρια του έργου μεγάλωσε με έναν Ορθόδοξο Ιρακινό πατέρα και μια Γαλλίδα Καθολική μητέρα, έμαθε το Κοράνι στο σχολείο, και όταν αγόραζε βιβλία μέσω του διαδικτύου, το ταχυδρομείο τα έφερνε με όλες τις σελίδες που ανέφεραν το Ισραήλ σκισμένες. Εξιστορεί αναμνήσεις από το δημοτικό, που οι δάσκαλοι τους έδιναν εργασίες σχετικά με την εθνικοποίηση των πετρελαϊκών πεδίων του Ιράκ. Διαβάζουμε ιστορίες για τους μεταβαλλόμενους κανονισμούς σχετικά με την ενδυμασία των γυναικών, και πως άλλαζε υπό διαφορετικά πολιτικά καθεστώτα. Μας διηγείται σκηνές απο χαρούμενα οικογενειακά ταξίδια, και πικνίκ στον αρχαιολογικό χώρο του Νιμρούντ.

Βλέπουμε οικογενειακές φωτογραφίες διασκορπισμένες ανάμεσα στους ζωγραφισμένους πίνακες, όπως μια από τον διάσημο ιστορικό χώρο έξω από την Μοσούλη, που καταστράφηκε το 2015 από το Νταές (το λεγόμενο «Ισλαμικό Κράτος»). «Εάν ο πατέρας μου ήξερε ότι μια μέρα τα φτερωτά λιοντάρια θα καταστρέφονταν», γράφει, «είμαι βέβαιη ότι θα είχε πλαισιώσει διαφορετικά την φωτογραφία». Σ’ αυτό το δωμάτιο δεν υπάρχει μουσική, αλλά μόνο ο ήχος της σιωπής, κάτι που αρμόζει για το τμήμα του μουσείου με θέμα «Εξορία και Μνήμη» μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών του εικοστού αιώνα. Οι ιστορίες που παρουσιάζονται εδώ -η γενοκτονία των Αρμενίων, οι Χριστιανοί Παλαιστίνιοι που διαγράφηκαν από την ιστορία, τα Ιρακινά χειρόγραφα που έχουν ταφεί και εκταφεί – πρέπει να ειπωθούν και να ξαναειπωθούν, με οποιοδήποτε τρόπο μας αναγκάσει να δώσουμε σημασία.

Η αντιπαραβολή αυτών των δύο χώρων -και τα διαφορετικά εικονογραφημένα μυθιστορήματα που υπογραμμίζουν τα κεντρικά τους θέματά- μας δείχνει τόσο την ευρύτητα όσο και τις τραγικές διαστάσεις της προσεκτικά επιμελημένης έκθεσης “Chrétiens d’Orient, 2000 Ans d’Histoire“, η οποία φιλοξενείται από το μουσείο MUba Eugène Leroy (Musée Beaux Arts) στο Tourcoing της Γαλλίας μέχρι τις 11 Ιουνίου (μετά από μια πρώτη έκθεση στο Institut du Monde Arabe στο Παρίσι). Εκθέτοντας πάνω από 300 αντικείμενα από το Ιράκ, τη Συρία, την Παλαιστίνη, το Ισραήλ, το Λίβανο, την Αίγυπτο και την Αρμενία, μαζί με δάνεια από μουσεία και ιδιωτικές συλλογές από την Γερμανία, την Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, παρουσιάζει τις χαρές, τις θλίψεις, τις ελπίδες, και τους φόβους των ποικιλόμορφων κόσμων των Ανατολικών Χριστιανών.

Η έκθεση έχει σχεδιαστεί χρονολογικά, και τα εκθέματα κυμαίνονται από τμήματα ερειπωμένων εκκλησιών του τρίτου αιώνα από την Δούρα Ευρωπός στην Συρία, μέχρι και υπερσύγχρονα αεροβίντεο από τετρακόπτερα, δείχνοντας το μοναστήρι του αγίου Ματθαίου (Mar Mattai) στο Κουρδιστάν. Ενώ τα τεχνολογικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την δημιουργία κάθε εκθέματος διαφέρουν, τόσο το πρώτο όσο και το τελευταίο διηγούνται την ίδια ιστορία, το ίδιο κεντρικό θέμα που οι μουσειακοί επιμελητές θέλουν να τονίσουν: την απειλουμένη και διωγμένη Χριστιανοσύνη, που στην Μέση Ανατολή κοντεύει να γίνει είδος προς εξαφάνιση. Ή, στα λόγια της έκθεσης, την «Κληρονομιά που Κινδυνεύει». Η εκκλησία στην Δούρα Ευρωπός ήταν εν μέρει θαμμένη (και γι’ αυτό το λόγο εν μέρει διατηρημένη), κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ρωμαίων και Σασσανιδών, και κατά την όλη περίοδο των διωγμών του Δέκιου. Οι απειλές και οι διώξεις έφτασαν στο ίδιο της το προαύλιο. Με τον ίδιο τρόπο, οι σημερινοί μοναχοί του αγίου Ματθαίου κοίταζαν στους πρόποδες του μοναστηριού, στα πεδία της Νινευής, και έβλεπαν τρομερές μάχες με την Νταές. Ακόμα και η περίοδος της Χριστιανικής ιστορίας που επέλεξαν οι επιμελητές καθιστά σαφή την έμφαση τους: μια βίντεο-χρονολογία στην αρχή της έκθεσης περιγράφει τα χρόνια 64-324μΧ –μια περίοδο σημαντικής θεολογικής και εκκλησιαστικής ανάπτυξης, και συχνά υπό ευνοϊκές συνθήκες- με τον θλιβερό τίτλο «Η Περίοδος των Διωγμών» (Période des Persécutions).

Ενώ οι διωγμοί που υπέφερε η παλαιοχριστιανική εκκλησία μπορεί να ήταν σποραδικοί και συγκεκριμένοι, και όχι συνεχείς και σαρωτικοί, οι μουσειακοί επιμελητές ορθώς τους επισημάναν από την αρχή, γιατί προμηνύουν την κυρίαρχη ανησυχία των Χριστιανών της Μέσης Ανατολής σήμερα.  Μια αρχαία απάντηση στο πρόβλημα ενός επικίνδυνου και απειλητικού κόσμου ήταν η φυγή και η δημιουργία εναλλακτικών κοινοτήτων αγιότητας. Έτσι τα Ανατολικοχριστιανικά χαρίσματα του ασκητισμού και του μοναχισμού καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος του προ-σύγχρονου τμήματος της έκθεσης.

Ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης, ο Σύριος όσιος που έζησε στην κορυφή ενός στύλου στην έρημο, ήταν ένα λαμπρό παράδειγμα της προσωπικής ασκητικής αγιοσύνης, και οι θεατές τον συναντούν παντού σ’ αυτή την έκθεση: σε έναν στύλο του 5ου-6ου αιώνα που αντιπροσωπεύει την επώνυμο στήλη και σκάλα του, σε μια εικόνα του 17ου αιώνα, σε μια μακέτα του προσκυνηματικού συγκροτήματος που περιβάλλει τα ερείπια του στύλου του, και σε ένα επαναλαμβανόμενο απόσπασμα από την Μεξικάνικη βιογραφική ταινία, Simón del desierto (1965). Ο κοινοβιακός μοναχισμός είχε την προέλευση του στην Αίγυπτο, η οποία εκπροσωπείται εντυπωσιακά από την στήλη του Σενούθιου (ενός κοινοβιάρχη αββά από τον 5ο αιώνα), αλλά και από έναν άθικτο χιτώνα και κουκούλα του 8ου-10ου αιώνα, που, σύμφωνα με την Κοπτική επιγραφή στο μανίκι, ανήκε σε έναν ιερέα ονομαζόμενο Κόλτι (Kholti) από το μοναστήρι του Νακλούν (Naqlun).

Υπήρχαν όμως ασκητές και μοναχοί που δεν επέλεξαν από μόνοι τους την ζωή αυτή. Η ξηρασία της Αιγυπτιακής ερήμου περιέσωσε και διατήρησε ένα σύνολο κείμενων και αρχείων, τα οποία περιγράφουν την αφοσίωση παιδιών σε μοναστήρια από τους γονείς τους. Η έκθεση περιλαμβάνει έναν από τους καλύτερα διατηρημένους πάπυρους του είδους, από το αρχαίο μοναστήρι του αγίου Φοιβάμμωνα, ο οποίος χρονολογείται μεταξύ 770-80μΧ. Το έγγραφο είναι γραμμένο στην Κοπτική, αλλά αφού αυτή ήταν μια μεταβατική εποχή, στην οποία η Αίγυπτος βάδιζε προς την Αραβική γλώσσα, την Μουσουλμανική κυριαρχία, και τον Ισλαμικό νόμο, είναι πιθανό ότι το πρωτότυπο του παπύρου περιείχε μια τυπική Ισλαμική ευλογία πριν από το Κοπτικό, αδιαμφισβήτητα Χριστιανικό, περιεχόμενο παρακάτω, όπως μαρτυρούν άλλοι πάπυροι της εποχής. Για παράδειγμα, μια κληρονομική σύμβαση από το 738 (P.KRU 38) διατηρεί μια Ελληνική εκδοχή του Μπασμάλα και του Σαχάντα, “Στο όνομα [του Θεού] του ελεήμονα, [του φιλάνθρωπου], δεν υπάρχει Θεός [εκτός από τον Αλλάχ] και ο Μωάμεθ [είναι ο αγγελιοφόρος του]” αλλά το έγγραφο συνεχίζει με μια κλασσική Χριστιανική επίκληση στα Κοπτικά  «+ εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοουσίου Τριάδος».

Όσον αφορά το επόμενο μέρος του δωματίου, ο θεατής βλέπει ένα επιβλητικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης μεταξύ της πρώτο-Αραβικής γλώσσας και της Χριστιανικής αυτο-παρουσίασης: ένα καλοδιατηρημένο ψηφιδωτό εκκλησιαστικό δάπεδο από το Όρος Νεβώ της Ιορδανίας (535-6), το οποίο περιλαμβάνει το Αραβικό bi-salam (“εν ειρήνη”). Οι μουσειακοί επιμελητές απεικονίζουν θετικά την αλληλεξάρτηση μεταξύ Χριστιανισμού και Μουσουλμανισμού στην Ύστερη Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, τονίζοντας την «μικτή τέχνη» των Συριακών και Αιγυπτιακών αντικειμένων του 13ου και 14ου αιώνα. Ένα Αιγυπτιακό ευαγγέλιο στα Αραβικά, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί ένα στυλ καλλιγραφίας που φέρει εκπληκτικές ομοιότητες με το καλλιγραφικό στυλ του Κορανίου, ενώ ένα περίτεχνα διακοσμημένο γυάλινο μπουκάλι περιγράφεται ως “αναμφισβήτητα το έργο ενός Μουσουλμάνου τεχνίτη που εργαζόταν για έναν Χριστιανό πελάτη.” Το στολίδια και τα όρια του έργου ανήκουν στο «Ισλαμικό ρεπερτόριο», ενώ τα κεντρικά αφηγηματικά στοιχεία προέρχονται από την Χριστιανική αγιογραφία.

Οι επιμελητές δεν τονίζουν την ιστορική βία μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, τουλάχιστον όχι πριν τον 20ό αιώνα. Οι Σταυροφορίες, οι οποίες συχνά αποτελούν μεγάλο μέρος της Χριστιανικής ιστορίας, εδώ καλύπτονται μόνο απο ένα συνοπτικό κείμενο και δύο αντικείμενα, τοποθετημένα σε έναν μικρό διάδρομο μεταξύ δύο δωματίων. Η έκθεση σχεδιάστηκε έτσι ώστε να μην ενθαρρύνει τον θεατή να ασχολείται με εκείνη την περίοδο, αλλά μάλλον να περνάει από εκεί για να φτάσει στην Οθωμανική εποχή. Για να διευκολύνουν την μετάβαση του θεατή από το παρελθόν στον σύγχρονο Χριστιανισμό, έχουν εγκαταστήσει μια βιντεοπροβολή με κυλιόμενο κείμενο κατά μήκος ενός ολόκληρου τοίχου. Τεσσεράμισι μέτρα πλάτος και τρία μέτρα ύψος, το κείμενο γραφεί «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» εναλλακτικά, στα Ελληνικά, τα Συριακά, τα Αραβικά και τα Γαλλικά. Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω το μήνυμα των επιμελητών.

 

Ίσως ο πιο διάσημος ειρηνοποιός της Χριστιανικής παράδοσης είναι ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, του οποίο το μοναχικό τάγμα, οι Φραγκισκανοί εμφανίζονται σε ένα αντικείμενο στην άλλη γωνία: ένα Αραβικό έγγραφο το οποίο χρονολογείται στις 4 Οκτωβρίου 1397, και στο οποίο ο σουλτάνος ​​Ez-Zaher Barkuk επιτρέπει στους Φραγκισκανούς να ανοικοδομήσουν την εκκλησία του Παναγίου Τάφου.

Εδώ υπάρχουν και άλλα πρωτότυπα επίσημα και κρατικά έγγραφα που ρίχνουν φως στις σχέσεις μεταξύ μουσουλμάνων ηγεμόνων και των Χριστιανών υπηκόων τους. Όπως περνάν τα χρόνια, η καλλιγραφία εξαφανίζεται, και αντικαθίσταται από την εποχή του κινητού τύπου. Μέσα σε μια προθήκη βρίσκουμε μια έκπληξη. Μια πολύγλωσση Βίβλο από το 1695 με διάφορες Σημιτικές γλώσσες δίπλα σε διάφορα τυπογραφικά στοιχεία στα Κοπτικά, τα Συριακά και Αραβικά από την Ρώμη του 16ου αιώνα.

όλη την έκθεση. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούνταν απο αμέτρητα πλήθη, ένα παζάρι λαών τόσο συναρπαστικό για επισκέπτες που ορισμένοι καινοτόμοι έμποροι προσπάθησαν να το επιδείξουν στον δυτικό κόσμο. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο -την εποχή του «Καν-καν, Γάτες και Πόλεις από Στάχτη» του Μαρκ Τουέιν, την εποχή που σμήνη τουριστών ταξίδευαν στην Μέση Ανατολή, καταστήματα όπως το «Ταράζι κ. Υιοί» στη Βηρυτό, μάζευε ότι αξιοπερίεργο και μοναδικό από τις γύρω περιοχές για να ελκύσει τους επισκέπτες. Το μουσείο εκθέτει φωτογραφίες του καταστήματός (που εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα, αν και τώρα ονομάζεται “Maison Tarazi“) που αποπνέουν έναν καλοπροαίρετο και καλοκάγαθο Οριενταλισμό. Σε μια εποχή που, αν και σύγχρονη κατά πολλούς τρόπους, ήταν πριν τα χρονιά της άμεσης τηλεπικοινωνίας και της εύκολης φωτογράφισης, η συλλογή τους πρόβαλε πολλά πολιτιστικά προϊόντα της Ανατολής που δεν ήταν διαθέσιμα στην Δύση. Το Ανατολικό βλέμμα φάνηκε, τουλάχιστον για λίγο, να έχει μια αθώα περιέργεια.

Αλλά ο Α ‘Παγκόσμιος Πόλεμος χάραξε γραμμές στην άμμο, γραμμές που χαράχτηκαν επίσης και στους χάρτες. Η έκθεση μας δείχνει την μετάβαση από τον 19ο στον 20ο αιώνα, και πως οι ποικιλόμορφοι και ανόμοιοι κόσμοι του Ανατολικού Χριστιανισμού παγιώθηκαν -με τραγικές συνέπειες- και τα μέλη τους αναγκάστηκαν να γίνουν υπήκοοι εντός των τώρα σαφώς καθορισμένων και οριοθετημένων συνόρων των σύγχρονων εθνοκρατών.

Οι μουσειακοί επιμελητές σωστά θεώρησαν ότι οι περισσότεροι επισκέπτες θα ήταν εξοικειωμένοι με τις γενικές γραμμές των Μεσανατολικών εθνικιστικών αφηγημάτων του 20ού αιώνα και τις αίτιες για τα σύγχρονα σύνορα του Λιβάνου, της Συρίας, του Ιράκ, της Αρμενίας, του Ισραήλ, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Συμπληρώνουν την ταπετσαρία των ιστοριών αυτών με πολύχρωμες προσωπικές μικροϊστορίες διαφόρων ατόμων και πληθυσμών από αυτές τις περιοχές. Ακολουθεί ένα έγγραφο από μια Συριακή Αρχιεπισκοπή που καταγράφει τις απώλειες ζωής και περιουσίας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Παραπέρα υπάρχει μια αεροφωτογραφία του καταυλισμού Αρμενίων προσφύγων στο Πὀρτ Σάϊντ της Αιγύπτου από το 1916. Όπου κοιτάξεις γύρω σου βλέπεις ιστορίες πόνου και εξορίας, ιστορίες με Βιβλικές διαστάσεις.

Ορισμένες απειλούμενες Ανατολικοχριστιανικές κοινότητες έχουν βρει ελπίδα στο να διαφυλάσσουν και να συντηρούν τα πολύτιμα σύμβολα της κληρονομιάς τους. Μερικά βίντεο κοντά στο τέλος της έκθεσης δραματοποιούν αυτή την εμπειρία επανακτημένης αγιότητας. Το πρόσφατο βίντεο του Ιρακινού μοναστηριού Mar Mattai, αεροφωτογραφημένο με ένα τετρακόπτερο, μαρτυρεί την ανθεκτικότητα των Χριστιανικών μοναστικών ιδρυμάτων εν μέσω πολέμου. Ένα βίντεο από το 1950 μας δείχνει την εκταφή του αγίου Σαρμπέλ Μακλούφ στο Λίβανο, και πώς το άφθαρτο σώμα ενός τοπικού αγίου μπορεί να δώσει ελπίδα σε μια μειονοτική κοινότητα σε περιόδους περιφερειακής αναταραχής.

Ένα τρίτο βίντεο καταγράφει τη γλυκόπικρη έξαψη των μικρών θριάμβων, την αθόρυβη αλλά πραγματική χαρά του να ξεγελάς έναν εχθρό υπό ακραίες συνθήκες και συνεχείς κινδύνους. Το 2014-15, το Νταές κατέλαβε και κατάστρεψε εν μέρει το ιστορικό μοναστήρι του αγίου μάρτυρα Μπέναμ (Mar Behnam), ένα Συριακό Καθολικό κοινόβιο στο βόρειο Ιράκ. Κάθε Χριστιανικό σύμβολο καταστράφηκε ή αφαιρέθηκε, και οι Αραμαϊκές και Συριακές επιγραφές βεβηλώθηκαν. Αλλά το βίντεο δείχνει μια στιγμή λύτρωσης και ευτυχίας από το 2016, μετά την ανακατάληψη του μοναστηριού από τις Ιρακινές δυνάμεις ασφαλείας. Οι μοναχοί του Μάρ Μπέναμ είχαν βάλει τα πολυτιμότερα Συριακά χειρόγραφα του μοναστηριού σε μεγάλα κονσερβοκούτια και τα έκρυψαν σε μια ντουλάπα σε μια αποθήκη πίσω από ένα προχειροφτιαγμένο ψεύτικο τείχος, κάτω από μια σκάλα. Το βίντεο κατέγραψε την στιγμή που άνοιξαν ξανά την εν λόγω ντουλάπα. Μια μικρή ανάσταση από έναν σφραγισμένο τάφο.

Πολλές από αυτές τις τελικές μουσειακές εγκαταστάσεις εκφράζουν τον αγώνα και τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο η Χριστιανική ζωή συνεχίζεται, υπό απειλή και ανάμεσα σε συντρίμμια. Ένα ζευγάρι Κοπτών επέλεξε να πάρει τη γαμήλια φωτογραφία του μπροστά σε καμένα ερείπια στο Κάιρο. Ένας Ιρακινός Χριστιανός ποζάρει με το στρατιωτικό του τουφέκι μπροστά σε μια τοιχογραφία του αγίου Γεωργίου. Αλλά η σειρά που με επηρέασε περισσότερο ήταν η ονομαζόμενη “Γάζα, 2015”, από τον φωτογράφο Serge Negre. Για τους περισσότερους ανθρώπους στην σύγχρονη Δύση, οι λέξεις «Χριστιανός» και «Γάζα» δεν ανήκουν στην ίδια πρόταση. Ιστορίες Εβραϊο-Μουσουλμανικών συγκρούσεων έχουν καταλάβει την προσοχή μας από τότε που η «Λωρίδα της Γάζας» έγινε κοινός γεωπολιτικός όρος. Αλλά οι εικόνες του Negre ρίχνουν φως στην καθημερινότητα της συνεχιζόμενης Χριστιανικής ζωής στη Γάζα, όπως, για παράδειγμα, μια φωτογραφία που απεικονίζει παιδιά που ετοιμάζονται για την Κυριακάτικη Λειτουργία.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι όμως, ίσως να μην είναι απλό να είσαι Χριστιανός στη Γάζα. Μία συναρπαστική μεγεθυμένη φωτογραφία μας δείχνει τρεις μαθητές –άραγε ποζάρουν ή τους φωτογράφισε αυθόρμητους;- σκαρφαλωμένους πάνω σε κάτι ερείπια που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στη Γάζα. Το σακίδιο του ενός κρέμεται με ανοιχτό το φερμουάρ. Για αυτούς, είναι μια κανονική μέρα, όπως όλες οι άλλες. Οι κίονες και οι πέτρες, οι δύο με αρχαίους σταυρούς χαραγμένους πάνω τους, είναι μεγαλύτερες από τα αγόρια, όπως και Ανατολικοχριστιανικές παραδόσεις πάνω στις οποίες στέκονται είναι μεγαλύτερες απ’ οτιδήποτε μπορούν ακόμη να φανταστούν. Αναπάντητες ερωτήσεις προέρχονται από την αναστατωμένη γη. Αυτή η αρχαία εκκλησία ανακαλύφθηκε από ατύχημα ή από έκρηξη; Η μήπως μέσω σύγχρονης οικοδομικής η κτηματικής ανάπτυξης; Αυτά τα αγόρια αισθάνονται την Χριστιανική τους κληρονομιά καθώς στέκονται σ’ αυτό το σημείο; Ποιο είναι το μέλλον τους; Θα πάρουν επίσης μέρος στην μαζική εξορία των Χριστιανών από την περιοχή;

Το αγόρι στα δεξιά φαίνεται να καταλαβαίνει ενστικτωδώς την σημασία της στιγμής. Με το χέρι του πάνω στα ερείπια της στήλης, σαν σύγχρονος στυλίτης, ορθώνει το ανάστημα του προκλητικά. Κοιτάζει κατευθείαν στο κέντρο του πυρήνα της φωτογραφικής μηχανής. Δεν πάει πουθενά.


Ο Μάικλ Πέπαρντ είναι αναπληρωτής καθηγητής θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Φόρντχαμ. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι: H Αρχαιότερη Εκκλησία του Κόσμου: Βίβλος, Τέχνη και Τελετουργία στη Δούρα Ευρωπός, στην Συρία (The Worlds Oldest Church: Bible, Art, and Ritual at DuraEuropos, Syria).

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών, των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδώ.


*Trans.: Katherine Chaffee