Η ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ «MEMORIAL»

0

Από την Kristina Stoeckl

Η ταύτιση των συντηρητικών του 21ου αιώνα με ιστορικές περιόδους που προηγούνται χρονικά των εμπειριών του ολοκληρωτισμού αποκαλύπτει ένα βασικό τυφλό σημείο του σύγχρονου συντηρητισμού. Η χρήση των πολιτικών συνθηκών του Μεσοπολέμου (1920-1940) ως αναλογία για τους σύγχρονους αγώνες μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών αγνοεί εσκεμμένα το «μάθημα» του ολοκληρωτισμού. Τίποτα δεν αποτελεί καλύτερο παράδειγμα της εν λόγω λήθης απ’ το πρόσφατο κλείσιμο της Memorial της ΜΚΟ που ήταν αφιερωμένη στη συντήρηση της μνήμης των θυμάτων του σταλινισμού, από τις ρωσικές αρχές.  

Στην ιστοσελίδα της Δημόσιας Ορθοδοξίας, ο Aram G. Sarkisian επισήμανε πρόσφατα την περίεργη συνάφεια που καλλιεργούν ορισμένοι Αμερικανοί Ορθόδοξοι αναφορικά με τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο υπερσυντηρητικές ορθόδοξες ομάδες οικειοποιούνται την ιστορία του 18ου αιώνα προσαρμόζοντας την δια μιας διαστρεβλωμένης και ανιστόρητης ερμηνείας στον 21ο αιώνα. Η ταύτιση με παρελθούσες εποχές δεν αποτελεί ίδιον μονάχα των Αμερικανών Ορθόδοξων. Έχω επίσης εντοπίσει την εν λόγω ταύτιση με το παρελθόν σε μελέτες μου σχετικά με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, ιδίως αναφορικά με την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Παραδείγματος χάριν, ο Allan C. Carlson, ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Συμβουλίου Οικογενειών, έχει επιλέξει τη Σουηδία των δεκαετιών του 1940 έως τις αρχές του 1950 ως προτιμώμενη περίοδο και πρότυπο κράτος. Σε μια συνέντευξη που του πήρα, ο Carlson εξηγεί το ενδιαφέρουν του για τους δύο Σουηδούς σοσιαλδημοκράτες μεταρρυθμιστές της δεκαετίας του 1940, την Alva και τον Gunnar Myrdal:

«Έμαθα για την οικογενειακή πολιτική από τους Myrdal, την Alva και τον Gunnar Myrdal στη Σουηδία. Υπήρχε μια ένταση στο έργο τους […] η Alva Myrdal ξεκίνησε την πορεία της ως σοσιαλίστρια, φεμινίστρια, άθεη και διεθνίστρια. Ο Gunnar Myrdal, είχε από πάντα μια συντηρητική χροιά, την οποία δεν καταλάβαινα πλήρως, ακόμη και όταν τον συνάντησα παίρνοντάς του αρκετές συνεντεύξεις. Ωστόσο, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του, κυκλοφόρησαν διάφορα έγγραφα· ένα ολόκληρο κουτί με τα πιο πρώιμα έγγραφά του, το οποίο απεδείκνυε ότι όντας νεαρός– και εννοώ κάποιον που ήταν γύρω 18 και 19 ετών– δεν ήταν σοσιαλδημοκράτης. Βασικά ήταν ένας νεαρός με ακροδεξιές πεποιθήσεις. Θεός, γη, πατρίδα, υπέρ της αριστοκρατίας, αντίθετος στο δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Ουσιαστικά ήταν ένας Σουηδός εθνικιστής Χριστιανός. […] Το πρόγραμμά τους υπέρ της γεννητικότητας και του γάμου αντικατοπτρίζει έναν μετριοπαθή σουηδικό εθνικισμό».

Ο Carlson έγραψε αρκετά βιβλία, στα οποία χαιρετίζει το σουηδικό κράτος πρόνοιας των δεκαετιών 1940-1950 και καταδικάζει αυτό που κατέληξε να είναι λόγω των μεταρρυθμίσεων της Αριστεράς. Η περίπτωση της Σουηδίας επέτρεψε στον Carlson να κατασκευάσει ένα αφήγημα σύμφωνα με το οποίο τα ευρωπαϊκά χριστιανικά εθνικά κράτη καταλαμβάνονται σταδιακά από αυτό που αποκαλεί «ριζοσπαστική αριστερά», οδηγώντας τα στην κατάργηση του ισχυρού εθνικού κράτους (μέσω της ΕΕ) και την αποσύνθεση του παραδοσιακού κοινωνικού και ηθικού ιστού. Το εν λόγω ισχυρό αφήγημα συμμερίζονται πολλοί παράγοντες της Δεξιάς στην Ευρώπη, ενώ έχει ευρεία απήχηση στα νέα κράτη μέλη της ΕΕ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Ωστόσο, είναι εντελώς εσφαλμένο. Θα επισημάνω τα σφάλματά του μετά τα δύο παραδείγματά μου που ακολουθούν.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν στην ομιλία του στην 18η ετήσια συνάντηση της Διεθνούς Λέσχης Συζητήσεων του Βαλντάι έκανε μια ιστορική σύγκριση μεταξύ της δεκαετίας του 1920 και του σήμερα, συγκρίνοντας τους υποστηρικτές της ισότητας των φύλων, των δικαιωμάτων που αφορούν τον σεξουαλικό προσανατολισμό και τις έμφυλες ταυτότητες με τους μπολσεβίκους επαναστάτες:

«Σε ορισμένες Δυτικές χώρες, η συζήτηση για τα δικαιώματα των ανδρών και των γυναικών έχει μετατραπεί σε καθαρή φαντασμαγορία. Κοιτάξτε, προσέξτε να μην πάτε εκεί που κάποτε σκόπευαν να πάνε οι Μπολσεβίκοι –όχι μόνο να κάνετε κοινές τις κότες, αλλά και τις γυναίκες. Ένα ακόμη βήμα και θα φτάσετε εκεί […] αυτό δεν είναι κάτι καινούριο– στη δεκαετία του 1920, οι λεγόμενοι σοβιετικοί Kulturträger (πολιτισμικοί καθοδηγητές) εφηύραν ένα είδος νέας γλώσσας πιστεύοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δημιουργούσαν μια νέα συνείδηση αλλάζοντας τις αξίες.»

Ο Πούτιν επινοεί μια σύγχρονη «κομμουνιστο-φοβία» με σκοπό να προβάλλει τη Ρωσία του, η οποία βασίζεται στην Ορθοδοξία, τις παραδοσιακές αξίες και τη στρατιωτική της ισχύ, ως εναλλακτικό μοντέλο. Το «προσέξτε που πηγαίνετε» απευθύνεται στους ξένους συμμετέχοντες στη Λέσχη Συζητήσεων Βαλντάι. Εσείς οι Δυτικοί, λέει, νομίζετε ότι κερδίσατε τον Ψυχρό Πόλεμο και νικήσατε τον κομμουνισμό, αλλά δεν βλέπετε ότι τώρα έχετε τον κομμουνισμό στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Η ουσία του μηνύματός του είναι ότι ο πραγματικός νικητής του Ψυχρού Πολέμου είναι η Ρωσία.

Τα πνευματικά δικαιώματα της εν λόγω ιδέας δεν ανήκουν στον Πούτιν, αλλά στον Rod Dreher, ο οποίος έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο για να υποστηρίξει ότι όσοι βρίσκονται στη φιλελεύθερη και προοδευτική πλευρά του σημερινού πολιτιστικού πολέμου θυμίζουν τους μπολσεβίκους επαναστάτες ενώ οι θρησκευόμενοι συντηρητικοί αποτελούν τους νέους αντιφρονούντες της εποχής μας. Το εξώφυλλο του βιβλίου του Live Not By Lies [Ζήσε Δίχως Ψέματα] παραπέμπει σε μια λεηλασία εκκλησιών από τους κομμουνιστές, η οποία ανακαλεί τον κονστρουκτιβισμό της δεκαετίας του 1920.

Γιατί η ταύτιση με τις δεκαετίες του 1920, του 1930 και του 1940 είναι τόσο σημαντική για τον συντηρητισμό του 21ου αιώνα;

Η περίοδος του Μεσοπολέμου ήταν μια περίοδος σύγκρουσης μεταξύ κομμουνισμού και αντικομμουνισμού. Η κομμουνιστική ατζέντα περιελάμβανε τον διεθνισμό, την ταξική πάλη, τον μαχητικό αθεϊσμό και τις ριζοσπαστικές κοινωνικές ιδέες. Η αντικομμουνιστική ατζέντα συνδύαζε τον εθνικισμό, τον κορπορατισμό, την παλινόρθωση και τον θρησκευτικό συντηρητισμό. Αμφότερες οι πολιτικές ιδεολογίες– κομμουνισμός και αντικομμουνισμός– οδήγησαν ιστορικά σε μορφές ολοκληρωτισμού: τον σταλινισμό στην Ανατολή, καθώς και τον φασισμό και τον ναζισμό στη Δύση.

Δίχως να έχω την πρόθεση να αποσιωπήσω τις διαφορές μεταξύ αυτών των δύο μορφών ολοκληρωτισμού, θεωρώ, ωστόσο, θεμιτό να ακολουθήσω (με περισσότερες λεπτομέρειες εδώ) τις αναλύσεις της Hannah Arendt στην Έκθεση για την Κοινοτοπία του Κακού, του Jacob talmon στο The Origins of Totalitarian Democracy [Η Προέλευση της Ολοκληρωτικής Δημοκρατίας], και του Giorgio Agamben στο Homo Sacer προκειμένου να ορίσω τον κοινό πυρήνα της ολοκληρωτικής εμπειρίας. Ο εν λόγω πυρήνας περιλαμβάνει την αναγνώριση ότι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, είτε αριστερής είτε δεξιάς προέλευσης, δεν σήμαναν την κατάρρευση της σύγχρονης πολιτικής τάξης, αλλά, αντίθετα, πραγματοποίησαν αυτό που εμπεριέχετο στις εγγενείς δυνατότητες της πολιτικής νεωτερικότητας: η απολυτοποίηση της κοινότητας και ο αναγκαστικός τελειοκρατικός ατομικισμός συνδυάστηκαν για να παράξουν καθεστώτα τρομοκρατίας. Η απόλυτη ένταξη (στο κόμμα, στο έθνος στην Άρια φυλή) παρήγαγε τον απόλυτο αποκλεισμό (των αστών και των αγροτών, των αλλοδαπών και των Εβραίων). Οι αποκλεισμένοι εντάχθηκαν με τη σειρά τους σε απρόσωπες συλλογικότητες (στρατόπεδα συγκέντρωσης, Γκουλάγκ) και χάθηκαν απομονωμένοι. Η τρομοκρατία σπάνια είχε ως αποτέλεσμα την αλληλεγγύη. Παράλληλα, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, οι χριστιανικές εκκλησίες απέτυχαν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση και έγιναν ταυτόχρονα θύματα και συνεργάτες. Το  «μάθημα» του ολοκληρωτισμού είναι ότι υπό συνθήκες μέγιστης ιδεολογικής πόλωσης, ουδείς είναι ασφαλής και κανείς δεν σώζεται. Η ιδεολογική πόλωση του των δεκαετιών 1920, 1930 και 1940 παρήγαγε τρομοκρατία τόσο εξ αριστερών όσο και εκ δεξιών.

Γιατί, λοιπόν, είναι τόσο σημαντική για τον συντηρητισμό του 21ου αιώνα η ταύτιση με τις δεκαετίες του 1920, του 1930 και του 1940; Κάποιος θα μπορούσε να την απορρίψει ως ρητορικό σχήμα. Εξάλλου, ζούμε στο 2021, ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε το 1991, ούτε η Κίνα δεν είναι πλέον κομμουνιστική· ποιο είναι το πρόβλημα αν κάποιοι συνεχίζουν να αναμασούν την αντικομμουνιστική καραμέλα; Εγώ πάντως δεν το βλέπω έτσι. Η ταύτιση με την εποχή πριν τους ολοκληρωτισμούς του 21ου αιώνα επιτρέπει στους συντηρητικούς δρώντες να αγνοούν το μάθημα του ολοκληρωτισμού: σε συνθήκες μέγιστης ιδεολογικής πόλωσης, ουδείς είναι ασφαλής ούτε σώζεται.

Η δυτικοευρωπαϊκή πολιτική σκηνή στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα καθορίστηκε από το εν λόγω μάθημα. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες όπως ο Jean Monnet ή ο Robert Schuman, οι οποίοι διαμόρφωσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν ήταν τελειομανείς. Ήταν επιδέξιοι στην εύρεση της μέσης οδού, μέσων λύσεων, καθώς και στην επίτευξη αμοιβαίων συμβιβασμών. Επίσης, οι χριστιανικές Εκκλησίες στην δυτική Ευρώπη επέλεξαν το δρόμο της γνωσιολογικής ταπεινότητας και άρχισαν να δρουν ως συνεργάτες του δημοκρατικού κράτους, παραιτούμενες απ’ τη φιλοδοξία κατάληψής του.

Η ταύτιση της ηγεσίας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Οικογενειών, του Βλαντιμίρ Πούτιν και του Rod Dreher με τους αντικομμουνιστές του παρελθόντος είναι– εκτός από γελοία στην περίπτωση του Πούτιν– στοιχειωμένη από ένα διπλό ιστορικό τυφλό σημείο: πρώτον, αγνοούν την ολοκληρωτική δυναμική της Δεξιάς και δεύτερον δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι η τρομοκρατία γεννιέται από την ιδεολογική πόλωση. Στην επαναφορά του μαχητικού κλίματος της δεκαετίας του 1920, αγνοούν το μάθημα του ολοκληρωτισμού.

Στη Ρωσία, το κλείσιμο με δικαστική απόφαση της Οργάνωσης Memorial στις 28 Δεκεμβρίου 2021 είναι πλήρως εναρμονισμένο με τον συντηρητικό μηχανισμό της παλινόρθωσης. Το έργο της Memorial δεν ταιριάζει με το επιθυμητό ιστορικό αφήγημα, διότι επιμένει στη βιωμένη πραγματικότητα του ολοκληρωτισμού που σημάδεψε τα μέσα του 20ου αιώνα. Αυτό στο οποίο καταλήγουν οι αμέτρητες προσωπικές ιστορίες που φυλάσσονται στα αρχεία της Memorial είναι το μάθημα, ότι οι καλές προθέσεις μπορεί να οδηγήσουν στο κακό, ότι τα θύματα μπορεί να μετατραπούν σε θύτες και οι θύτες σε θύματα, ότι μια πολιτική, η οποία διακηρύσσει τη συλλογικότητα παράγει τον απόλυτο ατομικισμό, ότι οι ισχυρισμοί περί κατοχής της απόλυτης αλήθειας εμπεριέχουν ψέματα και ότι άνθρωποι, εκκλησίες και θεσμοί δεν είναι σχεδόν ποτέ απρόσβλητοι στη διαφθορά. Τα αρχεία της Memorial μας διδάσκουν πως οι άνθρωποι σπάνια είναι ασφαλείς και σωσμένοι και πως η μέγιστη ιδεολογική πόλωση παράγει τρομοκρατία.

Κλείνοντας τη Memorial, οι ρωσικές αρχές δεν θα φιμώσουν το εν λόγω μάθημα του ολοκληρωτισμού, αλλά καταστούν δυσκολότερο για τους Ρώσους και τους υπόλοιπους ανθρώπους να το ακούσουν. Το βαθύτερο νόημα πίσω από το κλείσιμο της Memorial είναι η επιθυμία να ανατρέξει κάποιος σε μια εποχή που ο κόσμος ήταν πολωμένος ανάμεσα στον διεθνισμό, την ταξική πάλη, τον μαχητικό αθεϊσμό και τις ριζοσπαστικές κοινωνικές ιδέες, από τη μια πλευρά, και τον εθνικισμό, τον κορπορατισμό, την παλινόρθωση και τον θρησκευτικό συντηρητισμό από την άλλη· μια εποχή, κατά την οποία, οι άνθρωποι ακόμη δεν γνώριζαν τι θα γεννούσε η εν λόγω σύγκρουση: τον σταλινισμό, τον φασισμό και τον ναζισμό.

Σήμερα όμως γνωρίζουμε. Τα μέλη των χριστιανικών εκκλησιών που μάζεψαν τα κομμάτια τους μετά τις αποτυχίες του υπό τα ολοκληρωτικά καθεστώτα επίσης γνωρίζουν. Οι μηχανές ανάκτησης είναι επικίνδυνα εργαλεία ανεξάρτητα από πολιτική κατεύθυνση, γι’ αυτό και πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντί τους.


Η Κριστίνα Στεκλ είναι καθηγήτρια κοινωνιολογίας και επικεφαλής του προγράμματος «Μετα-εκκοσμικευμένες συγκρούσεις» στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ, στην Αυστρία.