Η αξία του τίποτε: Μαθήματα από τον κορονοϊό (CODIV-19) για τη σιωπή και την ησυχία

0

π. Ιωάννης Χρυσαυγής (Rev. Dr. John Chryssavgis)

Θαύμαζα πάντοτε τους αρχαίους μοναχούς και τις μοναχές, για τους οποίους μιλούν τα κείμενα της ερήμου. Όχι επειδή ανακάλυψαν τρόπους να ξεφύγουν από την υποχρέωση της πληρωμής φόρων. Όχι μόνο επειδή τα λόγια τους προσφέρουν έμπνευση και η προσευχή τους αναγέννηση. Ούτε τόσο επειδή αντιστάθηκαν στη δύναμη της αυτοκρατορίας και άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου. Πρώτα απ’ όλα, επειδή αποτελούν κυρίαρχα σύμβολα ενός διαφορετικού μοντέλου δράσης. Αν και το ιδανικό τους έχει πολλές φορές μυθοποιηθεί ή έχει κατανοηθεί με ρομαντικό τρόπο, ακόμη κι αν έχει γίνει αντικείμενο χειραγώγησης και εκμετάλλευσης από πολλούς εκκλησιαστικούς κύκλους, τουλάχιστον εξακολουθεί να παραμένει μια εικόνα της αξίας της σιωπής. Να κάνουμε, δηλαδή, λιγότερα ή να μην κάνουμε τίποτα. Να είμαστε σιωπηλοί και διακριτικοί. Να προσευχόμαστε αντί να παράγουμε. Με απλά λόγια: Να υπάρχουμε.

Στον αντίποδα, η παγκόσμια πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) έχει θέσει υπό αίρεση πολλές από τις προτεραιότητες και έχει εκθέσει τις αδυναμίες μας ως κοινωνία· μία εξαιρετικά περίπλοκη κοινότητα, ένα μπέρδεμα πολιτικών, οικονομικών, υγειονομικών, εκπαιδευτικών και θρησκευτικών θεσμών, που επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Όλοι αυτοί οι θεσμοί προσπαθούν σήμερα απεγνωσμένα να βρουν απαντήσεις για το πώς να επαναφέρουν τη ζωή εκεί που ήταν και πώς να σώσουν την εικόνα του κόσμου όπως τον ξέραμε ως τώρα. Κανείς δεν χαρακτηρίζεται από ανοσία, ακόμα και οι «ασυμπτωματικοί»· ακόμη και τα πιο ισχυρά έθνη, οι πιο ασφαλείς οικονομίες και οι πιο συνεπείς πιστοί.

Εδώ στην Αμερική, οι ορθόδοξοι ιεράρχες μας επέδειξαν σε μεγάλο βαθμό σοβαρότητα. Έλαβαν υπόψη την επιστημονική έρευνα, τήρησαν τους κανονισμούς του κράτους και έδειξαν κατανόηση για τις ενορίες και τις εκκλησίες τους. Από την πλευρά της, η Συνέλευση των Επισκόπων διαμόρφωσε μία ασυνήθιστη, εξαιρετική αλληλεγγύη, επιδεικνύοντας μια θαυμαστή αίσθηση της ενότητας και του επείγοντος, που εμφανώς απουσιάζει από την εποχή μας όπου κυριαρχεί η διαφωνία και η διαίρεση.

Αλλά τι θα συνέβαινε άραγε εάν οι επίσκοποί μας δεν έλεγαν τίποτε το «θρησκευτικό», αλλά επικεντρώνονταν μονάχα στη διακονία του λαού τους; Τι θα συνέβαινε εάν οι ιερείς μας δεν έκαναν τίποτε το «λειτουργικό», αλλά έδειχναν απλά ότι είναι απόλυτα ενωμένοι με τους ενορίτες τους; Τι θα είχε συμβεί αν δεν έγραφα αυτό το κείμενο; Γιατί άραγε φοβόμαστε, όχι μόνο μήπως δε έχουμε τις σωστές απαντήσεις, αλλά μήπως δεν έχουμε απαντήσεις καθόλου; Γιατί είμαστε άραγε τόσο επίμονοι, επιβάλλοντας στους πιστούς μας να μένουν σπίτι, παρακολουθώντας στην οθόνη τις «ζωντανές» λατρευτικές συνάξεις –ενώ όλοι οι ειδικοί εξηγούν ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη λατρεία– όταν εμείς οι κληρικοί αισθανόμαστε κάπως υποχρεωμένοι από την ιερατική μας ιδιαιτερότητα να τηρούμε το γράμμα του νόμου; Γιατί δαπανούμε τόσο πολλή προσπάθεια και χρόνο προκειμένου να ορίσουμε τον άφθαρτο χαρακτήρα του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, αντί να υπερασπιζόμαστε την ασφάλεια και την ευρωστία της Εκκλησίας ως  Σώμα και Αίμα Χριστού; Θα κατέρρεε άραγε ολόκληρη η δομή εάν και οι κληρικοί υποχρεώνονταν να συμμετέχουν στους περιορισμούς, και ο επίσκοπός τους όριζε την τέλεση των ακολουθιών μόνο σε μία ή σε λίγες εκκλησίες;

Γιατί είμαστε άραγε τόσο αλλεργικοί απέναντι στην αξία της σιωπής και της ησυχίας, στη δύναμη της προσευχής και της ακινησίας; Ίσως επειδή πρόκειται για καταστάσεις που μας ξεβολεύουν. Στην πραγματικότητα, οι πατέρες και οι μητέρες της ερήμου αναγνώριζαν ότι η σιωπή και η ακινησία ίσως μοιάζουν με τον θάνατο. Κάθε μέρα, στο πλαίσιο της ατομικής μου άσκησης, περνάω από το κοιμητήριο της γειτονιάς μου. Η μνήμη του θανάτου αποτελεί μία ζωτικής σημασίας τεχνική, μία καθημερινή και απτή υπενθύμιση της ατέλειάς μας. Η πλήρης βίωση της ζωής έρχεται μόνο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα έσχατα ερωτήματα, δηλαδή την απουσία νοήματος και τον θάνατο. Εάν θέλουμε να βγούμε από τη ζωή ώριμοι και εξευγενισμένοι, θα πρέπει απλά να σκεφτόμαστε τον θάνατο. Δύσκολα μπορεί κανείς να βρει κάποια αίσθηση τελειότητας σε οίκους ευγηρίας και νοσοκομεία γεμάτα με ασθενείς του COVID-19. Όμως, οι περισσότεροι από εμάς επιμένουν να αρνούνται τη σχέση μεταξύ θανάτου και ακινησίας, μπαίνοντας σε έναν ορυμαγδό δραστηριοτήτων –ξέφρενου καταναλωτισμού ή πανικόβλητης αναταραχής– που επιφανειακά τουλάχιστον καθιστούν τον θάνατο είτε απίθανο, είτε αδύνατο, ή τουλάχιστον ελεγχόμενο. Γι’ αυτό εξεπλάγην όταν οι μοναχοί του Αγίου Όρους ανακοίνωσαν ότι θα έκαναν αγρυπνίες λόγω του κορωνοϊού. Δεν ήταν άραγε εκείνο που θα έπρεπε να κάνουν;

Η αρχαία έρημος δίδασκε στους κατοίκους της τι ήταν εκείνο που θα έπρεπε να παρατήσουν και τι εκείνο στο οποίο έπρεπε να δίνουν σημασία· τελικά, το πώς να μετέχουν αντί να ζουν χωριστά. Το «κάθισον εἰς τὸ κελλίον σου» ισοδυναμούσε με την «αυτο-απομόνωση» και την «κοινωνική απομάκρυνση». Ήταν εκεί που μάθαιναν τι είχε σημασία στη γη, αλλά και τι είχε σημασία για τον ουρανό. Εκεί αναγνώριζαν πως ακόμη και οι υποτιθέμενες θρησκευτικές και λατρευτικές προτεραιότητες μπορούσαν να αποτελούν πρόφαση για την αποφυγή της εσωτερικής καλλιέργειας της καρδιάς. Εκεί ανακάλυπταν πως η οικειότητα και η κοινωνία στηρίζονται στη σιωπή και την ησυχία. Εκεί κατανοούσαν και εμπλέκονταν με τους πνευματικούς πειρασμούς τους και τις συγκρούσεις τους· πως έπρεπε να πάψουν να υπερασπίζονται ή να δικαιολογούν τον εαυτό τους, σταματώντας και να κρίνουν ή να κατηγορούν τους άλλους.

Οι άνθρωποι γύρω μας αναρωτιούνται τι είδους Πάσχα μπορούμε να γιορτάσουμε φέτος. Στην έρημο του Σινά, ένας αναχωρητής μίλησε για «μια μικρή ανάσταση πριν από την τελική ανάσταση». Ίσως η μάχη μας με αυτόν τον καινούργιο κορωνοϊό να αντιστοιχεί σε «ένα μικρό θάνατο», προτού πέσει η αυλαία. Η σιωπή και η ησυχία μοιάζουν με τη στιγμή που η σκηνή σε μια ταινία παγώνει και αναρωτιόμαστε: Σε ποιον δώσαμε φαγητό, ποιον ντύσαμε, ποιον επισκεφτήκαμε; Όταν είχα την ευκαιρία, πώς απάντησα, πώς αντέδρασα ή ανταπέδωσα; Η σιωπή και η ησυχία αποτελούν μια μοναδική ευκαιρία για να λογαριαστούμε με τον εαυτό μας, με τις εξωτερικές υποχρεώσεις και με τους ισχυρούς. Και σε οποιαδήποτε στιγμή της αναμέτρησης, μπορεί άραγε να είναι η μεγαλύτερη στενοχώρια μας ότι δεν καταφέραμε να πάμε στην εκκλησία; Η δύναμη της Ανάστασης δεν είναι ο λόγος μιας λαμπρής νίκης, αλλά η εικόνα του κενού μνήματος. Η σιωπή και η ησυχία αντικατοπτρίζουν την αξία του τίποτε, φανερώνοντας πως τίποτε δεν έχει περισσότερη σημασία από τον τρόπο που παρακολουθούμε και προσεγγίζουμε «τούτους τους ελαχίστους». Είναι οι ικανότητες να αναγνωρίζουμε ότι αυτό που συμβαίνει στον κόσμο (και στον κόσμο των άλλων) έχει σημασία. Και αυτό είναι κάτι.


Ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής είναι διάκονος της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής.