Ασθένεια, κοινότητα και θλίψη στην εποχή του Covid-19

0

Σούζαν Ρ. Χόλμαν (Susan R. Holman)

Ένα πρωινό, πριν μερικά χρόνια, πήγαινα με το τραίνο –την υπερταχεία Ασέλα– στην Νέα Υόρκη. Ήμασταν στο Κονέκτικατ όταν μια γυναίκα περίπου 60 ετών λιποθύμησε, προφανώς, ενώ περίμενε με το αυτοκίνητο της στη διάβαση του σιδηροδρόμου. Έχοντας μόλις λάβει εξιτήριο από το νοσοκομείο, η γυναίκα, που είχε τη φροντίδα των εγγονών της, ηλικίας 4 και 2 ετών, τα πήγαινε με προσοχή και αγάπη στο νηπιαγωγείο. Ήπια, ανεξέλεγκτα –κάτι ανεξήγητο για όσους το έβλεπαν– το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου της χώθηκε κάτω από τις μπάρες και το αυτοκίνητο κύλησε ως τις γραμμές, ακριβώς τη στιγμή που διερχόταν το τρένο μας. Η γυναίκα και ο εγγονός της πέθαναν ακαριαία· η μικρή αδερφή του πέθανε μερικές ημέρες αργότερα. Μετά από αρκετή ώρα αναμονή, μισό μίλι πέρα ​​από το συμβάν και με το τρένο μας να είναι ακόμη μπλεγμένο με το κατεστραμμένο αυτοκίνητο, εμείς, οι σοκαρισμένοι επιβάτες, τελικά κατεβήκαμε στον πλησιέστερο σταθμό, περιμένοντας νέο τρένο. Όταν οι δημοσιογράφοι άρχισαν να καταφτάνουν στη γεμάτη πλατφόρμα, με μικρόφωνα στο χέρι, δεν μπορούσα να πω λέξη. Η σιωπή έμοιαζε να είναι η μόνη προσήκουσα απάντηση σε μία τόσο βίαιη και θανατηφόρα συγκυρία.

Αυτές τις μέρες, μέσα στην παγκόσμια θλίψη που προκάλεσε η πανδημία και η οικονομική και πολιτική κατάρρευση, αισθάνομαι παρόμοια όπως εκείνο το πρωί στην πλατφόρμα: με έχει καταλάβει η σιωπή. Κάποιος εσωτερικός φρουρός με καλεί να παρακολουθήσω με σεβασμό το «μετατραυματικό στρες» των απωλειών που διαφαίνονται και που δεν υπάρχουν λόγια να τις περιγράψουν. Αυτή η σιωπή είναι για μένα μια αλληλεγγύη πνεύματος, ένας τρόπος –τρόπος του λέγειν– να κλαίω μαζί με εκείνους που κλαίνε. Και όμως· μέσα σε μια τέτοια σιωπή, ακριβώς επειδή αυτή η κρίση σχετίζεται άμεσα με την ακαδημαϊκή μου ενασχόληση με την παγκόσμια υγεία και την ιστορία των θρησκευτικών αντιδράσεων σε ασθένειες και ανάγκες, παλεύω, με μια εξίσου περίπλοκη αίσθηση ευθύνης, να βρω την κατάλληλη γλώσσα που θα μπορούσε να διαμορφώσει επιλογές και ενέργειες –έστω κι αν είναι μόνο οι δικές μου– στο μέσο της καταιγιστικής φλυαρίας των μέσων ενημέρωσης. Το κείμενο αυτό είναι εν μέρει μια απάντηση σε αυτά τα εσωτερικά ερεθίσματα. Αλλά ίσως μπορεί να ενθαρρύνει και άλλους να παλέψουν ένα παρόμοιο αγώνα, καθώς ακούμε, ελπίζουμε και αρχίζουμε να διαμορφώνουμε χρήσιμους και ψύχραιμους διαλόγους επί της περίστασης, με βάθος και συνοχή.

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί διαθέτουν αρκετές πηγές για να προσφύγουν, καθώς στοχάζονται πάνω στη θρησκευτική ιστορία των τραγωδιών που συνδέουν την υγεία με τις οικονομικές και τις κοινωνικές δυσχέρειες. Η κρίση του κορωνοϊού καθιστά σαφείς δύο αλήθειες, που οι άνθρωποι στον αρχαίο κόσμο γνώριζαν πολύ καλά. Η πρώτη είναι ότι η ασθένεια δεν σέβεται τον άνθρωπο· η ζωή των θνητών και η υγεία τους είναι δέσμιες του χρόνου. Είμαστε έτοιμοι για τον θάνατο; Η δεύτερον, που αφορά εξίσου ή και περισσότερο τις μεταξύ μας σχέσεις, είναι πως η οδύνη σε τέτοιες κρίσεις μπορεί συχνά να προληφθεί· κι αυτό επειδή οι πλέον πληττόμενοι είναι κυρίως εκείνοι που είναι πιο ευάλωτοι απέναντι σε συστήματα διακυβέρνησης που αποτυγχάνουν στην αποστολή τους να υπηρετήσουν σωστά τους πολίτες με δικαιοσύνη και σεβασμό στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δικαιώματα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό σημαίνει ότι οι Αφρο-Αμερικανοί και οι άλλες μειονότητες, οι φτωχοί εργαζόμενοι στον «βασικό» τομέα υπηρεσιών, εκείνοι που έχουν ανεπαρκή ασφάλιση υγείας και εκείνοι που αναγκάζονται να ζουν σε πολυσύχναστες ή υποβαθμισμένες περιοχές βρίσκονται πολύ πιο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της ασθένειας, της ιογενούς μετάδοσης και του θανάτου. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που μπορεί επίσης να έχουν ανεπάρκεια καθαρού νερού, χρόνου και προσωπικής ασφάλειας για την προσωπική φροντίδα, όπως και τα απαιτούμενα εφόδια για να βοηθήσουν τις οικογένειές τους να επιβιώσουν. Τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους και προκλήσεις μακροπρόθεσμα, όχι μόνο στην οικογενειακή δυναμική αλλά και στις δυνατότητες για μάθηση και την οικονομική ανάπτυξη. Η διαδικτυακή εκπαίδευση, για παράδειγμα, προϋποθέτει ότι αυτά τα άτομα διαθέτουν τα στοιχειώδη εφόδια –πρόσβαση στο διαδίκτυο, χώρο, κάποιον οργανωτικό ενήλικα, ησυχία για κατ’ οίκον μελέτη– πράγμα που συχνά είναι μακριά από την πραγματικότητα. Ωστόσο, η παιδική εκπαίδευση σχετίζεται άμεσα τόσο με την υγεία όσο και με την δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης μετά την ενηλικίωση. Οι κοινωνικοί παράγοντες που ευθύνονται για αυτά τα θέματα αντικατοπτρίζουν τα χρόνια κοινωνικά προβλήματα που οι αφοσιωμένοι εργάτες της πίστης και της ηθικής –συμπεριλαμβανομένων των Ορθόδοξων Χριστιανών– έχουν εργαστεί ακούραστα για να τα αντιμετωπίσουν, καθώς αναδύονται εκ νέου σε κάθε γενιά. Ενώ γράφω αυτές τις γραμμές, σε μια περίοδο που οι ειδήσεις των δελτίων ​​επικεντρώνονται στον γόρδιο δεσμό της ταυτόχρονης διάσωσης τόσο της οικονομίας όσο και των πολιτών, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες και οι κοινωνικές επιπτώσεις, όπως όλοι γνωρίζουμε, μόλις ξεκινούν.

Η ασθένεια και η φτώχεια συναντιούνται κατά μήκος των κοινωνικών ορίων. Αυτά τα όρια ξεκινούν από το δέρμα μας και εκτείνονται στον αέρα που αναπνέουμε, στους διαθέσιμους πόρους κάθε είδους και στο περιβαλλοντικό κόστος των αναγκών και των επιθυμιών μας, καθώς και στις τεμνόμενες πολιτικές, αναπτυξιακές και συστημικές δυναμικές που υποστηρίζουν αφενός την ανθρώπινη ανάπτυξη και αφετέρου το κέρδος και την απληστία. Τα παγκόσμια σύνορα, όπως και το ανθρώπινο δέρμα, είναι πορώδη. Ο ιός δεν μοιάζει με τρομοκράτης· μοιάζει περισσότερο με μια αόρατη ανάσα ανέμου. Δεν δρα εμπρόθετα· απλά υπάρχει. Δεν είναι ανθρώπινο έργο, αν και επηρεάζει την συμπεριφορά των κυττάρων του ανθρώπου που είναι φορέας του. Δεν επιλύεται με τον πόλεμο, αν και μπορεί να επιλυθεί με την επιστήμη. Με την πάροδο των ετών, έχω καταλάβει ότι βοηθάει να σκεφτόμαστε τις ασθένειες –συμπεριλαμβανομένου ακόμα και του καρκίνου– όχι ως εχθρούς που πρέπει να πολεμήσουμε, όπως σκέφτονται πολλοί, αλλά ως ένα ακόμη ατυχές δημιούργημα στον φυσικό κόσμο, που καλούμαστε να το διαχειριστούμε με σοφία, ακόμη και με οίκτο μέσα στην τρέλα των μεταλλάξεων του. Όπως τα παράδοξα διαταραγμένα σκοτεινά πλάσματα των βυθών στις ιστορίες του Τόλκιν και του  Κ. Σ. Λιούις, οι παράγοντες της ασθένειας προκαλούν τρόμο όχι επειδή είναι κακοί αλλά επειδή είναι τραγικά σε λάθος τόπο. Ναι, σίγουρα πρέπει να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να ανακόψουμε την επιβλαβή δράση τους· να πλένουμε τα χέρια μας, να φορούμε μάσκες, να καθαρίζουμε τις επιφάνειες με αντιτοξικά καθαριστικά, να αποφεύγουμε το ενδεχόμενο της μετάδοσης σε εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις και να προσπαθούμε ασταμάτητα να βρούμε ή να δημιουργήσουμε αποτελεσματικά εμβόλια και μέσα πρόληψης. Αλλά ακόμη και στην εφαρμογή αυτού του «ισχυρού φαρμάκου», δεν υπάρχει χώρος για ανθρώπινο μίσος, κατάκριση ή ξενοφοβία. Η «ασφαλής απόσταση» είναι ασφαλής μόνο όταν ανοίγει δυνατότητες αποτελεσματικής έρευνας, θεραπείας και οικονομικής ελπίδας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Σε αυτό το πλαίσιο, ίσως χρειαζόμαστε χρόνο για να διαβάσουμε και να μελετήσουμε τα πατερικά κείμενα που ακουμπούν τέτοιες ανησυχίες. Ο Κυπριανός της Καρχηδόνας, οι Καππαδόκες, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Αμβρόσιος του Μιλάνου, ο Αυγουστίνος, ο Ιωάννης της Εφέσσου,ο Ιάκωβος του Σαρούγ και άλλοι παραθέτουν πολλές σκέψεις που αφορούν την ασθένεια, την υγεία και τις σχέσεις τους με την κοινωνική οικονομία. Για παράδειγμα, άμεσα σχετική με τις πανδημικές αποσταθεροποιήσεις, η πραγματεία του Κυπριανού «Περί θνητότητας», τον 3ο αιώνα, απευθύνεται σε κείνους που βρέθηκαν σε μια παθογόνο κρίση που, όπως λέει ο ιστορικός Κάιλ Χάρπερ, πιθανώς ήταν παρόμοια με τον ιό Έμπολα. Και ο Ιωάννης της Εφέσου, περιγράφοντας τον λοιμό του 6ου αιώνα, στα χρόνια του Ιουστινιανού, επισημαίνει όχι μόνο τα σωματικά συμπτώματα του, αλλά επίσης, όπως αναλύει λεπτομερώς η Σούζαν Άσμπροκ Χάρβεϋ, τις ψυχικές και τις συναισθηματικές οδύνες που προκλήθηκαν από τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις του. Καθώς αγωνιζόμαστε να ξανασκεφτούμε το σημερινό μας πλαίσιο με γνώμονα την παγκόσμια ιστορία, ως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούμε να συνδυάσουμε τέτοιες πηγές με στοχασμούς από άλλες σχετικές αφηγήσεις, για παράδειγμα το διάσημο γράμμα του Λουθήρου που διερωτάται αν κάποιος θα όφειλε να εγκαταλείψει την πόλη σε καιρό πανούκλας –και ναι και όχι, ήταν η απάντηση, εξαρτάται– και άλλα παρόμοια κηρύγματα που ακούστηκαν στο Λονδίνο του 17ου αιώνα, τις εβδομάδες και τους μήνες που οι μολυσμένοι ψύλλοι χοροπηδούσαν τριγύρω.

Στα γραπτά των αρχαιότερων μοναχών της ερήμου, μερικές φορές βρίσκουμε επαίνους για την πνευματική αξία της ασθένειας. Άλλοι αγαπημένοι εκκλησιαστικοί πατέρες, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Χρυσόστομος, φαίνεται να προτιμούν την υγεία καθώς διαμαρτύρονται συνεχώς για σωματικές παθήσεις και ταλαιπωρίες. Ωστόσο, κοινό θέμα στις περισσότερες από αυτές τις αφηγήσεις είναι η αφοσίωση στην καλλιέργεια του συμφέροντος της ευρύτερης κοινότητας, τόσο ως ευημερία όσο και ως οικονομική δικαιοσύνη. Ο Χρυσόστομος ήξερε, τελικά, ότι συχνά δεν ήταν η ασθένεια που τρόμαζε τους οικονομικά ισχυρούς αλλά το φάντασμα της ίδιας της ανάγκης. «Γελάω», γράφει, «γιατί αυτός είναι ένας παιδαριώδης φόβος […] Δεν βλέπετε ότι όλοι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον;» (Ομιλία 17 στην Προς Κορινθίους Β΄, 8.15). Το κήρυγμά του αποτέλεσε αυτό που η ερευνήτρια Γουέντι Μάγιερ ονόμασε «ιατρο-φιλοσοφική ψυχοθεραπεία», ουσιαστικά έναν τύπο λογοθεραπείας που διατείνεται ότι υπάρχουν κυριολεκτικά θεραπευτικά αποτελέσματα όταν κάποιος ανοίγει το μυαλό του στο ηθικό περιεχόμενο ενός κηρύγματος. Όταν ένα τέτοιο κήρυγμα φτάνει σε ένα κοινό που είναι απλά σωματικά άρρωστο, οι περισσότεροι συγγραφείς επιβεβαιώνουν ότι ο συνδυασμός της λογοθεραπείας με τη χρήση ιατρικών και «συνηθισμένων» θεραπειών, συμπεριλαμβανομένων και μη-θαυματουργικών ουσιών που μπορεί να συνδυάζονται –ή ίσως και όχι– με θεραπευτικά ιερά, προσευχές και τροφές αλλάζουν τελείως την εικόνα. Η δημόσια υγεία εξαρτάται από την οικονομική ισορροπία. Ο Βασίλειος και ο Αμβρόσιος καταδίκασαν και οι δύο το οικονομικό κέρδος του έντοκου δανεισμού ως δηλητήριο, περιγράφοντας τις καταστροφικές συνέπειες του σε όσους βρίσκονται σε ανεργία και ανάγκη. Για τον Βασίλειο, ο έντοκος δανεισμός ήταν μια θανατηφόρα χρόνια ασθένεια, που κατασπαράσσει τον οφειλέτη της σαν άγριο ζώο· σαν καρκίνος που κάνει μεταστάσεις, τα χρήματα που δανείζεται κανείς με υψηλό επιτόκιο γρήγορα πολλαπλασιάζονται, κατατρώγοντας τον δύστυχο οφειλέτη. Έτσι καταρρέει, αποσταθεροποιείται η οικογένεια και η περιουσία του και το όλο θέμα καταλήγει εν τέλει να αποτελεί απειλή για την αστική και την πολιτική δόμη της κοινότητας (Ομιλία εις του Ψαλμούς 14β). Εάν είσαι ο δανειστής, καλύτερα να χαρίσεις τουλάχιστον τους τόκους· ακόμη καλύτερα, διέγραψε το δάνειο ολόκληρο, ως δωρεά. Ο θεϊκός καπιταλισμός της ορθής υλικής πρακτικής ήταν, όπως λέει, το επίκεντρο της Ευχαριστίας. Απευθυνόμενος στους συσσωρευτές σιτηρών κατά τη διάρκεια ενός λιμού, έγραψε: «Ως ένα ακριβό κεφάλαιο, διατηρήστε τη φιλανθρωπία στην ψυχή σας […] Μείνετε παθιασμένα προσηλωμένοι στη φιλανθρωπία, όπως είστε παθιασμένοι με τις πολυτέλειες». (Ομιλία 8.6)

Τα οικονομικά μεγέθη είναι τόσο συνδεδεμένα με τις ασθένειες που οι άρρωστοι φτωχοί είναι «δύο φορές φτωχοί», λένε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, και τα αντίστοιχα κηρύγματα του Γρηγορίου Νύσσης έχουν τίτλο «Για την αγάπη των φτωχών». Η σωστή απάντηση ενός χριστιανού στο δεινά των φτωχών απαιτεί άμεση ταυτοποίησή τους με το σώμα του Χριστού, διαμορφώνοντας τις ενέργειες για βοήθεια τους ανάλογα με την φιλελεύθερη και αδιάκριτη γενναιοδωρία του Θεού προς τη δημιουργία. Αυτή η «αγάπη» δεν είναι απλώς έλεος· είναι δικαιοσύνη. Αυτά τα κείμενα μιλούν άμεσα για πολλές από τις μόνιμες ανησυχίες μας: την έλλειψη στέγης, τις αναπηρίες, τους ζητιάνους στο δρόμο· και τις αγωνίες και τις εντάσεις και τις θλίψεις των μελών εκείνων των οικογενειών για τις οποίες η φυσική απόσταση είναι μια επονείδιστη απόρριψη.

Οι δυο Γρηγόριοι επισημαίνουν επίσης τη εμμονή μας με τη μετάδοση, τόσο ως διασπορά της ασθένειας όσο και ως κοινό τρόμο. «Ορισμένες ασθένειες», γράφει ο Γρηγόριος Νύσσης, «έχουν εξωτερική αιτία που μπορούν να εντοπιστούν στη νοσηρότητα του αέρα» με αποτέλεσμα «η ασθένεια να αναπτυχθεί, εισβάλλοντας στο αίμα ως σαπρός χυμός». (Περι φιλοπτωχίας, Β΄). Και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός παραδέχεται ότι ακόμη και στην εκκλησία «η πραγματικότητα είναι τρομακτική και μας ωθεί να λάβουμε προφυλάξεις». (Λόγος 14 (Περί φιλοπτωχίας). 27) Ενώ κανένας από τους δυο δεν γνώριζε τη μετάδοση ιών με αερολύματα, και οι δύο εδώ επαναλαμβάνουν αυτό το στοιχείο που ε΄’ιναι εντυπωσιακά όμοιο με τα σημερινά, και που βρίσκεται επίσης σε ένα από τα παλαιότερα και τα πιο γνωστά κείμενα του Ιπποκράτη, το «Περί Αέρων, Υδάτων, Τόπων». Ανήκοντας στα βασικά ιατρικά συγγράμματα όλης της χριστιανικής αρχαιότητας, αυτή η πραγματεία επιβεβαίωνε ότι η υγεία εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά αυτών των τριών στοιχείων του κλίματος και του περιβάλλοντος, προς τα οποία στρέφεται η ανησυχία και η αντίδραση μας σήμερα. Αν και οι πεποιθήσεις των δυο Γρηγορίων για το πώς λειτουργούσε η μετάδοση ήταν προ-νεωτερικές και πραγματικά λανθασμένες, τα κείμενα τους εστιάζουν περισσότερο στο διαχρονικό αίτημα κοινωνίας, καλώντας να δούμε τους πασχόντες άλλους ως «μέρος του σώματός μας». (Λόγος 14. 25, 28) Ο Νύσσης προχωρά παρακάτω στο σύστημα αυτό-ίασης του ανθρώπινου σώματος, όπου «όλα τα υγιή μέρη ενεργούν μαζί για να εξαλείψουν την εστία της μόλυνσης». (Περι φιλοπτωχίας, Β΄) Πράγματι, όπως μας υπενθυμίζουν αυτά τα κείμενα, ίσως η πιο «ανθυγιεινή» απάντηση –αυτή που εμπεριέχει τον κίνδυνο θανατηφόρας μακροχρόνιας πνευματικής και οικονομικής παθολογίας– δεν είναι η φυσική αποστασιοποίηση αλλά η κοινωνική απομόνωση.

Τη στιγμή που το τρένο μου συγκρούστηκε με αυτήν την αγαπημένη γιαγιά και τους μικρούς προστατευόμενους της βρισκόμουν ήσυχη στο κάθισμα μου διαβάζοντας, κατά μια ζοφερά ειρωνική σύμπτωση, τα απομνημονεύματα κάποιου πατέρα για τον τυχαίο θάνατο του μικρού του παιδιού και τη σημασία της πίστης του, ως ρωμαιοκαθολικού, στη διαδικασία του πένθους. Ξαφνικά, σε μια στιγμή, μια παρόμοια απώλεια μπήκε στη δική μου πραγματικότητα. Η υγεία και τα οικονομικά της παρελκόμενα τείνουν να είναι έτσι: κάνουν πραγματικό αυτό που νομίζαμε ότι έχουμε καταλάβει, με τρόπους που μας εξωθούν σε νέες προοπτικές.

Οι ερμηνευτικές συνδέσεις ανάμεσα στην ασθένεια, την οικονομική υγεία μιας εύρυθμης ηθικής κοινότητας και τη θρησκευτική πρακτική ήταν ανέκαθεν περίπλοκες. Η ασθένεια είναι αόρατη, απρόσωπη, εσωτερική, συχνά αδυσώπητη, συχνά διασχίζοντας τα πορώδη όρια μας σαν απροσδόκητος επισκέπτης, εισχωρώντας στους πιο προσωπικούς μας χώρους, όπου προχωράει για να αλλάξει τον ίδιο το υλικό του σπιτιού. Οι εκκλησιαστικοί πατέρες που προαναφέρθηκαν μας υπενθυμίζουν ότι αυτό το σπίτι ανήκει σε όλους και αν ελπίζουμε να υπάρχει καλή τάξη, χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Καθώς αντιμετωπίζουμε νέες πανδημίες και απώλειες σε μια ψηφιακή εποχή, μπορεί τέτοιες επίμονες πολυπλοκότητες να μας προκαλούν να ρίξουμε μια νέα ματιά στο ιερό σώμα, στις προσπάθειές μας για παγκόσμια υγεία.


Η Σούζαν Ρ. Χόλμαν είναι η καθηγήτρια της Έδρας Θρησκείας και Θεραπευτικών Τεχνών Τζον Ρ. Έκριτς στο Πανεπιστήμιο του Βαλπαράισο στις Η.Π.Α. Οι δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν τα βιβλία The Hungry are Dying: Beggars and Bishops in Roman Cappadocia (Oxford 2001) και το Beholden: Religion, Global Health and Human Rights (Oxford 2015), που κέρδισαν το βραβείο Γκρόμεγιερ 2016 στον τομέα της θρησκείας.